Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΟΥ;

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΙΘΜΟΣ ΣΟΥ;
2 Απριλίου 2007
-           Θα σε ρωτήσω κάτι, και θέλω να μου απαντήσεις ειλικρινά.
Τι θέλεις να με ρωτήσεις;
Φοβήθηκα να ζήσω;
5 Μαρτίου 1955
Για ξανακοιτάξτε, μπορεί να έχει γίνει κάποιο λάθος
Μα σας είπα , κυρία , το επόμενο τρένο για την Κρακοβία φεύγει σε τέσσερις ώρες από τώρα , μέχρι τότε , δεν έχετε άλλη επιλογή παρά να παραμείνετε στη Βαρσοβία. Εαν θέλετε, μπορείτε να βγάλετε το εισητήριο σας από τώρα, αυτή την εποχή δύσκολα βρίσκεις εισητήριο την τελευταία στιγμή Καλά , δώστε μου ένα Κατέβασα τα μανίκια μου που είχαν σηκωθεί και αγριοκοίταξα τον υπάλληλο . Αυτός , μου απάντησε με ένα αμήχανο και συγχρόνως κουρασμένο βλέμμα καθώς μου έδινε το εισητήριο μου . Το έβαλα στην τσάντα μου και απομακρύνθηκα από τον γκισέ. Το ήξερα από την αρχή ότι αυτό το ταξίδι ήταν κακή ιδέα . Δεν έπρεπε να ξυπνήσω φαντάσματα του παρελθόντος , γιατί αυτά πολλές φορές αντεπιτίθονται. Περπάτησα μέχρι την κεντρική πλατεία χαζεύοντας τα κτήρια τριγύρω μου. Η επισκευή όσων είχαν απομείνει μετά τις επιθέσεις μόλις είχε ολοκληρωθεί. Φαντάζομαι ήταν μια απόπειρα της πόλης να κοιμήσει τα δικά της φαντάσματα, με τούβλα και μπογιά . Κάθισα σε ένα καφέ , δίπλα από το συντριβάνι. Ο καιρός ήταν μουντός και τα σύννεφα εμπόδιζαν κάθε ηλιακτίδα ήλιου να δραπετεύσει και να δώσει την παραμικρή πνοή άνοιξης στην πλατεία . « Όπως πάντα» σιγομουρμούρισα στον εαυτό μου .
Οι παρέες ντόπιων ήταν διάσπαρτες .Μερικοί απολάμβαναν την μπύρα τους στα καφενεία , ενώ άλλοι περπατούσαν στον πλακόστρωτο δρόμο . Φαινόντουσαν άνετοι , σαν να φορούσαν ένα προσωπείο γαλήνης που τους επέτρεπε να μετατρέψουν το έργο της ζωής τους από πολεμική ταινία σε ρομαντική κομεντί, κάτι που με εκνεύριζε ιδιαίτερα. «Ψεύτικοι άνθρωποι σε ψεύτικες ζωές» , συνέχισα τον μονόλογο. Ξάφνου, το ρυθμικό , παιχνιδιάρικο τραγούδι που έπαιζαν οι σταγόνες του συντριβανιού , καθώς αυτές εγκατέλειπαν τις άρπες των αγγέλων που το διακοσμούσαν και έπεφταν στη γη, παρεγκονίστηκε από μια άλλη γλυκιά μελωδία. Κοίταξα γύρω μου σε μια απόπειρα να ανιχνεύσω την πηγή της.
Το ανάστημά του ήταν μέτριο και τα μαύρα μαλλιά του ήταν πασπαλισμένα με μερικές άσπρες τρίχες. Κρατούσε ένα ακορντεόν , πηγή της αγγελικής μελωδίας. Πλησίασα διστακτικά και άφησα μερικά κέρματα στο αναποδογυρισμένο καπέλο που ήταν τοποθετημένο μπροστά του, τραβώντας τα μανίκια του φορέματος μου προς τα κάτω. Τότε σήκωσε το κεφάλι του και κατάφερα να δω το πρόσωπό του , το οποίο ήταν καλυμμένο με ουλές. Το βλέμμα του μου θύμησε αυτό του πατέρα μου , όπως τουλάχιστον το θυμόταν το τότε παιδικό μυαλό μου. Αυστηρό , αλλά παράλληλα , τόσο συμπονετικό. Μου χαμογέλασε και τότε σταμάτησε να παίζει.
«Ποίος είναι ο αριθμός σου;» με ρώτησε. Ξαφνιάστηκα , ενσικτωδώς απομακρνθηκα. Προσπάθησα να του δώσω ένα ανήξερο βλέμμα ως απάντηση, αυτός σηκώθηκε και άρχισε να περπατάει σε ένα από τα σοκάκια . Τα φαντάσματά μου , όλο περιέργεια , με ώθησαν να τον ακολουθήσω.

Πώς το κατάλαβες ; του φώναξα
Αυτή την κίνηση με τα μανίκια , συνήθιζα να την κάνω και εγώ , τα πρώτα χρόνια
Σήκωσε το χέρι του και τότε είδα το ταττουάζ με τη μαύρη σειρά αριθμών. Πώς γίνεται να μην το είχα παρατηρήσει νωρίτερα;
-           Άουσβιτς ; ρώτησα διστακτικά φανερώνοντας και το δικό μου ταττουαζ .
Μου έγνεψε καταφατικά, αρχίζοντας πάλι να παίζει το ακορντεόν του και να σιγοτραγουδάει. Τον κοίταξα όλο απορία
-           Τι;
-           Απλά φαίνεσαι τόσο... Ζωντανός
-           Έλα , ακολούθησε με , αποκρίθηκε , απομακρύνοντας το δάκτυλο του από τα πλήκτρα του αρκοντεόν και στρέφοντάς το προς ένα δεδαλώδη λαβύρινθο από πλακόστρωτους δρόμους , τους οποίους βρέθηκα να διασχίζω.
Ύστερα από ένα δεκάλεπτο περίπου , πίσω από μια μεγάλη , επιβλητική εκκλησία , φτάσαμε στον προορισμό της διαδρομής μας. Τότε, πρόβαλε μπροστά μου ένας τοίχος , που όμοιο του δεν είχα ξαναδεί. Πάνω σε αυτόν , υπήρχαν δεκάδες σκίτσα ανθρώπων. Άλλοι κοντοί, άλλοι ψηλοί, με κατσαρά ή ίσια μαλλιά , άντρες ή γυναίκες. Κοίταξα τον άντρα πίσω μου . « Πριν από δέκα χρόνια , μόλις ο ρωσικός στρατός μπήκε μέσα στο Αουσβιτς και μας ‘ελευθέρωσε', μερικοί από εμάς που μέναμε στην Βαρσοβία ήρθαμε εδώ. Ζωγραφίσαμε τα πρόσωπα των αγαπημένων που είχαμε αποχωριστεί, ελπίζοντας ότι μια μέρα , ίσως κατάφερναν να γυρίσουν πίσω και να έβλεπαν αυτόν τον τοίχο. Έτσι θα καταλάβαιναν ότι τους αναζητούσαμε. Σκούπισε ένα δάκρυ απο το μάγουλό του και μου έδειξε δυο φιγούρες στο κέντρο του τοίχου. «Η γυναίκα και η κόρη μου, τις έχασα στη διαλογή»
Ακούμπησα το χέρι μου πάνω στην παγωμένη πέτρα.
Και παρ’όλα αυτά , μπορείς να κάθεσαι σε ένα παγκάκι και απλά να παίζεις μουσική ;
Κάποια στιγμή πρέπει να διώξεις τους δαίμονες σου, αλλιώς θα φτάσεις σε μια ηλικία που δεν θα μπορείς καν να περπατήσεις μόνη σου από τα γεράματα και το μόνο που θα σου έχει μείνει θα είναι ανεκπλήρωτες επιθυμίες και αποτυχημένες προσπάθειες να βρεις μια γαλήνη που σου έχουν κλέψει τα δικά σου φαντάσματα.
Κοντοστάθηκα , ακουμπώντας ενστικτωδώς το κάτω μισό του χεριού μου
Για ανθρώπους σαν και εμάς , η γαλήνη έρχεται μόνο αν αφήσουμε πίσω μας το παρελθόν. Εγώ δεν μπορώ να το ξεχάσω και αν μου πεις ότι εσύ πλέον κοιμάσαι χωρίς να βλέπεις εφιάλτες , χωρίς να πετάγεσαι ιδρωμένος την νύχτα , δεν θα σε πιστέψω.
Γλυκιά μου , δεν αφήνεις το παρελθόν πίσω σου με το να προσπαθείς να το ξεχάσεις.
Αν όχι έτσι, τότε πως;
Αφήνεις το παρελθόν πίσω σου με το να το αποδεχτείς.
Μου απάντησε ψιθυριστά , καθώς έβγαζε ένα λουλούδι από την τσέπη του και το
τοποθετούσε κόντρα σε αυτόν τον παγωμένο τοίχο. Τότε , ξεκίνησε πάλι να παίζει
αυτή τη μελωδία που είχα ακούσει στην πλατεία , δίπλα στο συντριβάνι Είναι η αγαπημένη της κόρης μου , είπε απαλά , σαν να προσπαθεί να μη χαλάσει την αρμονία του τραγουδιού Παρατηρούσα τα ζωγραφισμένα πρόσωπα στον τοίχο, σαν να ταυτιζόμουν με το καθένα από αυτά. Σβησμένα κεριά , αυτό ήτανε , που η φλόγα τους δεν είχε προλάβει να φανεί. « Η δίκιά μου ακόμα τρεμοπαίζει» σιγομουρμούρισα καθώς έβγαζα το εισητήριο που μου είχε δώσει ο υπάλληλος , μεσα από την τσάντα μου. Έμεινα εκεί

να το κοιτάζω, μέχρι που συνειδητοποίησα ότι ο μουσικός είχε πάρει τον δρόμο του γυρισμού
Και τώρα εγώ τι πρέπει να κάνω; του φώναξα όσο πιο δυνατά μπορούσα για να σιγουρευτώ ότι θα με ακούσει
-           Να μην φοβηθείς να ζήσεις.
2 Απριλίου 2007
Ορίστε;
Λέω , πιστεύεις ότι φοβήθηκα να ζήσω;
Φυσικά και όχι μαμά , της απάντησα δίνοντάς της ταυτόχρονα ένα
συμπονετικό βλέμμα
Μου χαμογέλασε ελαφρά και ακούμπησε απαλά το αδύναμο χέρι της πάνω στο δικό μου.
Είναι κάπου που θέλω να με πας
Μου ψιθύρισε με όση δύναμη της είχε απομείνει και τα μάτια της κοίταζαν διαπεραστικά μέσα στα δικά μου , ήταν αδύνατο να αγνοήσω τα βουβά παρακάλια της . Την σήκωσα προσεκτικά από την καρέκλα της , σαν προσερλάνινη κούκλα που φοβόμουν να μην σπάσω. Δεν την είχα ξαναδεί τόσο αδύναμη και την τελευταία εβδομάδα ο γιατρός με συμβούλευε να προετοιμάζομαι για τα χειρότερα . Η μητέρα μου είχε καταλάβει τις ανησυχίες του , αλλά επέμενε πως δεν ήταν έτοιμη να «φύγει» ακόμα και το σώμα της δεν είχε εγκαταλείψει ποτέ τη ψυχή της , έλεγε , για να το κάνει τώρα.
Πώς μπορώ να σου χαλάσω χατίρι, της είπα χαμογελώντας
Και κάπως έτσι, βρέθηκα να την οδηγώ με το καροτσάκι της μέσα στα κέντρικά σοκάκια της Βαρσοβίας. Χάζευα γύρω μου τους τουρίστες που περπατούσαν ξέγνοιαστοι στους δρόμους , με τις φωτογραφικές μηχανές στο ένα χέρι και τις αφράτες βάφλες στο άλλο, που είχαν αγοράσει από τα διάσπαρτα μαγαζάκια στο δρόμο . « Εδω πέρα» αναφώνησε η μητέρα μου και έστριψα σε έναν δρόμο που οδηγούσε σε μια μεγάλη εκκλησία . Μπροστά της , χιλιάδες κεριά ήταν αναμμένα , χιλιάδες ψυχές λαμπερές που φώτιζαν σαν πεφταστέρια τον προαύλιο χώρο της εκκλησίας . Πλησιάσαμε κοντά αυτό το υφαντό από φλόγες και τα κεριά , σαν καλοκαιρινός άνεμος, ζέσταναν το πρόσωπό μου. Ένας άστεγος που έπαιζε αρκοντεόν καθόταν σε ένα παγκάκι δεξιά μας. Παρατήρησα την μητέρα μου να τον πλησιάζει σέρνοντας με δυσκολία το καροτσάκι της και, σαν μικρό παιδί, με μάτια που γυάλιζαν , κοίταζε τα δάκτυλα του καθώς χάιδευαν τα πλήκτρα. Άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα μικρό κίτρινο τσαλακωμένο χαρτί, που έμοιαζε με παλιό εισητήριο τρένου. Έμεινε εκεί, να το κοιτάζει. Έπειτα από λίγη ώρα, είδα τα χείλη της να κουνιούνται.
- Τραγουδάς;
- ψιθυρίζω.
- Τι ψιθυρίζεις;
- Τον αριθμό μου.

                                                                                                      ΤΑΝΙΑ ΧΑΛΚΙΑ, 


ΓΝΩΣΤΟΙ-ΑΓΝΩΣΤΟΙ



Γνωστοί-άγνωστοι οι χαμένοι οι δονκιχώτες
Που πέφτουν στις  παγίδες των ονείρων τους
Και τρέχουν να πολεμήσουν τα τέρατα του κόσμου
Με χάρτινα σπαθιά και κάτω τις ασπίδες τους

Γνωστοί-άγνωστοι οι πολύχρωμοι οι κλόουν
Που κλαίνε μόλις κλείσει η αυλαία
Και αφήνουν τα μπαλόνια τους διάσπαρτα στους δρόμους
Μήπως και κάποιο κάποτε  φέρει πίσω τις ελπίδες τους

Γνωστοί- άγνωστοι οι απρόσωποι ζωγράφοι
Που έχουν πλέον ξεμείνει από χρώμα οι παλέτες τους
Και προσπαθούν με αόρατα πινέλα,
Να δώσουν χρώμα στης ψυχής τους τα τοπία

Μα κυριότερος γνωστός -άγνωστος , εσύ
Που κάθεσαι πετρωμένος στον καναπέ του σαλονιού σου
Περιμένοντας  αδρανής και υπάκουος
Μια επανάσταση που δεν πρόκειται να γίνει

                                                                      ΤΑΝΙΑ ΧΑΛΚΙΑ, 




ΌΝΕΙΡΑ ΝΕΟΤΗΤΑΣ


Θέλω να γίνω ο ήχος του δειλινού,
όταν σβήνει στον αέναο παφλασμό των κυμάτων.
Θέλω να γίνω κομήτης στην άκρη του ουρανού, 
 που σεργιανίζει ανέμελος τις οδούς των άστρων.
Θέλω να γίνω το χρώμα στο πινέλο ενός τυφλού,'
 που ζωγραφίζει τα παιδικά όνειρά του.
Θέλω να γίνω σπίθα στα μάτια ενός παιδιού,
 όταν του λέει παραμύθια με δράκους η γιαγιά του.
Θέλω να γίνω ιδέα στο μυαλό ενός τρελού,
 που ξέχασε ολότελα κάθε πίκρα της ζωής ετούτης.
Θέλω να γίνω η ευχή μιας μικρής τσιγγάνας,
όταν ξαπλώνει τα βράδια στην πολύχρωμη κουρελού της.
Είμαι ακόμα νέα και θέλω να γίνω σύννεφο,
  θέλω να γίνω κεραυνός κι ό, τι όρισαν ως αδύνατον.
 Θέλω να αφήσω την καρδιά μου σε ιους ουρανούς, 
να κλάψω χίλια δάκρυα για χαμένους αστερισμούς
Κι ακόμα θέλω να γίνω οι ελπίδες μου,
αυτά που γεμίζουν χαρά τις μέρες και τις νύχτες μου.

Θέλω να γίνω θάλασσα με λευκά καράβια
να πνίγω κάθε φόβο μου στα κύματα τα γαλάζια
Μα πάνω απ’ όλα να σβήσω το μίσος των ανθρώπων,
 τις αλυσίδες στις ψυχές τους να βρω και να τις κόψω, 
να λιώσω της μοναξιάς τους τελευταίους πάγους,
 να γίνω άνοιξη, γιορτή, μια ολοκαίνουργια ζωή

                                                                            ΛΥΔΙΑ ΚΟΛΛΙΟΠΟΥΛΟΥ, 



ΤΟ ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ



 Το φως χυνόταν απαλά, τεμαχισμένο από τα τρία μικρά εμπόδια του πάντοτε ανοιχτού παραθύρου. Τώρα χάιδευε το πρόσωπό της και φιλούσε τα πέταλα των ματιών της, που σφίγγονταν ξαφνιασμένα από την ζεστασιά του μετά το κρύο σεληνόφως, που τα είχε αποκοιμίσει.
 Άνοιξε σιγά-σιγά τα μάτια της, αλλά και πάλι το λαμπερό φως του κοσμοκράτορα ήλιου την τύφλωσε. Ήταν ευχάριστη, όμως, για κείνην αυτή η τύφλωση. Της υπενθύμιζε πως υπάρχει ζωή έξω από… Πετάχτηκε απότομα από το σιδερένιο κρεβάτι και κοίταξε γύρω της τρομαγμένη. Μόλις κατάλαβε πού βρισκόταν και θυμήθηκε όλα όσα την είχαν οδηγήσει εκεί, κάθισε πάλι στο κρεβάτι της και κάρφωσε το βλέμμα της στο βρώμικο πάτωμα. Σαν ταινία διαδραματίζονταν όλες οι τελευταίες σκηνές της ζωής της πριν και την τάραζαν η μία μετά την άλλη.
 Νύχτα. Παράξενοι ήχοι εισέβαλαν στα αυτιά της. Η κύρια είσοδος του σπιτιού ανοίγει. Βήματα στις σκάλες. Ο πατέρας. Ο κλέφτης. Καβγάς. Η αδερφή της τρέμει. Ησυχία. Παίρνει από το συρτάρι δίπλα της το μαχαίρι. Ησυχία. Η μητέρα ουρλιάζει. Πάει να την βρει. Ο κλέφτης μπροστά της. Γνώριμο πρόσωπο. Η μητέρα στα χέρια του. Γέλιο. Ειρωνεία. Η μητέρα στο πάτωμα χτυπημένη. Ο κλέφτης πλησιάζει. Τα χέρια του γραπωμένα πάνω της. Το μαχαίρι καρφωμένο στην κοιλιά του. Βλέπει τον πατέρα νεκρό.Θλίψη. Φόβος. Ο κλέφτης πέφτει κάτω. Ένας αστυνόμος μπαίνει στο δωμάτιο. Το μαχαίρι κάτω. Δίπλα ο κλέφτης. Πιο δίπλα ο πατέρας. Θλίψη. Φόβος. Ο πατέρας; Νεκρός. Ο κλέφτης; Νεκρός. Η μητέρα; Χτυπημένη. Η αδερφή της; Τρομοκρατημένη. Εκείνη; Φυλακισμένη.
 Θυμήθηκε τα δάκρυα στα μάτια της μητέρας της, όταν η αστυνομία της έπαιρνε την κόρη της κι εκείνη ήταν ανήμπορη πάνω στο ασθενοφόρο. Θυμήθηκε τη αδερφή της να σπαρταρά στη αγκαλιά μιας γειτόνισσας. Θυμήθηκε δύο πτώματα πάνω στα φορεία να περνούν από μπροστά της. Έτσι, μέσα σε λίγες σκηνές που θυμόταν είχε διαλυθεί όλη η οικογενειακή τους ευτυχία. Ο αγαπημένος της πατέρας ήταν πια στον ουρανό. Η μητερούλα της και η μικρή της αδερφούλα πού να ήταν άραγε;
 Σήκωσε το βλέμμα της στο παράθυρο του κελιού της, που επέτρεπε σε ελάχιστη ποσότητα φωτός να μπει μέσα και να φωτίσει και τον στενό χώρο και την καρδιά της. Πλησίασε το παράθυρο. Το ύψος της δεν της επέτρεψε να δει έξω από αυτό. Είχε πεισμώσει, όμως, να δει τι της έκρυβαν αυτά τα τρία μικρά κάγκελα. Πιάστηκε από αυτά και έκανε μια προσπάθεια να σηκώσει το σώμα της, μα τα χέρια της γλίστρησαν κι έπεσε κάτω χτυπώντας τον γοφό της. Ξανακοίταξε το παράθυρο με απογοήτευση και μετά με πείσμα. Αφουγκράστηκε τους ήχους που έρχονταν από αυτό. Γλάροι και φτερουγίσματα χάιδεψαν τα αυτιά της. Ζωντανοί ήχοι μετά από πολύ καιρό. «Θέλω να τους δω» ψέλλισε και σηκώθηκε αποφασισμένη. Πιάστηκε πιο γερά αυτή τη φορά από τα μικρά μαύρα κάγκελα του παραθύρου, που την κρατούσε μια ανάσα μακριά από τον έξω κόσμο της. Σαν να θυμήθηκε τον γυμναστή να φωνάζει «Συγκεντρώσου σε αυτό που κάνεις. Δίνε δύναμη εκεί που πρέπει. Σήκω πάλι. Όχι απότομες κινήσεις. Σταθερά. Μπράβο!». Είχε καταβάλει όλη την δύναμη, που της είχε απομείνει από τη εξάντληση των τελευταίων γεγονότων, στην θέλησή της και στα χέρια της. Και τώρα κρατιόταν γερά από αυτά τα κάγκελα, που από μισητά εμπόδια είχαν γίνει στήριγμα, και κοιτούσε το τοπίο έξω μαγεμένη. Μια απέραντη θάλασσα απλωνόταν μπροστά στα αχόρταγα μάτια της. Οι γλάροι χόρευαν μεταξύ τους και πείραζαν τις μικρές ηλιαχτίδες που άναβαν κι έσβηναν πάνω στα κύματα. Βρήκε έναν μικρό χρωματιστό παράδεισο έξω από την γκρίζα απομόνωση, που είχε επιλέξει.
Έτσι πίστευε. Ότι το είχε επιλέξει όλο αυτό που ζούσε. Ένα σωρό «αν» μπλέκονταν στις σκέψεις της βάζοντας τρικλοποδιές στο όποιο ελαφρυντικό προσπαθούσε να την δικαιώσει. Αν δεν έπιανε το μαχαίρι; Αν δεν πήγαινε στην μητέρα της; Αν δεν σκότωνε τον κλέφτη; Μα αν τον σκότωνε νωρίτερα, τότε ο πατέρας… Ο πατέρας; Να ο πατέρας! Εκεί ψηλά της γνέφει από τα σύννεφα να πάει κοντά του. Μα πώς να περάσει μέσα από αυτά τα κάγκελα της τιμωρίας της; Οι γλάροι φεύγουν. Η θάλασσα αγριεύει. Σύννεφα γκρίζα σκεπάζουν τον ήλιο. Πάει το φως. Πάει κι ο πατέρας.
 Πέφτει κάτω ξανά. Δεν την πονάει πια η πτώση. Δεν την αισθάνεται καν. Μόνο ένα πλάκωμα στην καρδιά της την βαραίνει και την τραβάει προς τα κάτω. Ξαπλώνει εκεί στο τσιμεντένιο πάτωμα. Είναι ασήκωτο το βάρος της πράξης της. Αμαρτία μεγάλη, όπως θα έλεγε η γιαγιά της. Σκότωσε έναν άνθρωπο. Όποιος κι αν ήταν, ό, τι κι αν έκανε, ήταν ένας άνθρωπος. Νεκρός κι αυτός. Μακριά ίσως από τον πατέρα της.
 Η πόρτα του κελιού άνοιξε. Ο φύλακας τρομαγμένος έτρεξε κοντά της και την σήκωσε στην αγκαλιά του.
-Σύνελθε, μικρή. Ήρθε η μάνα σου. Μην σε δει έτσι.
Την άφησε στο κρεβάτι της και την σκούντηξε λίγο, για να σιγουρευτεί πως ήταν ζωντανή. Εκείνη τον κοίταξε με το παράπονο να ξεχειλίζει από τα μάτια της. Κι εκείνος της ανταπέδωσε ένα βλέμμα γεμάτο πατρική στοργή και κατανόηση.
-Δεν φταις εσύ. Μην κατηγορείς τον εαυτό σου άδικα. Όλοι ξέρουμε ποίος φταίει. Έχω μια κόρη στην ηλικία σου. Της έχω μιλήσει για σένα. Μόλις βγεις από δω μέσα, θα έρθουμε να σε βρούμε, να γνωριστείτε και να παίξετε.
 Για λίγο έσκασε ένα μικρό χαμόγελο στα χείλη της κι έσβησε με μια αμφιβολία.
-Έλα. Σήκω. Σε περιμένει η μαμά σου με την αδερφή σου. Σού έχουν φέρει κι ένα δώρο. Ευτυχώς που τις άφησαν να στο δώσουν.
 Η μητέρα της υποσχόταν και υποσχόταν. Μια έβριζε, μια καταριόταν. Μια θυμόταν τα λόγια του ψυχολόγου πως η κόρη της υπό αυτές τις συνθήκες ήταν πολύ εύθραυστη κι έπρεπε να προσέχει τι της έλεγε. Μια την κοιτούσε με στοργή και αγάπη. Μια με φρίκη και πόνο. Το ίδιο της το κοριτσάκι, το καλοαναθρεμμένο, ήταν αυτό που είχε σκοτώσει εκείνον τον αγροίκο, για να προστατέψει την μητέρα της και την αδερφή της. Μα η κορούλα της ήταν αφοσιωμένη στο κουτί με τις κηρομπογιές, που της είχαν κάνει δώρο, και δεν άκουγε όσα έλεγε η μητέρα της ούτε έβλεπε το ταραγμένο ακόμα πρόσωπο της αδερφής της. Της είχαν στερήσει οι φύλακες την χαρά να το ανοίξει η ίδια το περιτύλιγμά του. Ήθελαν να σιγουρευτούν για το περιεχόμενο, είπαν.
 Πήρε αρκετές αγκαλιές και από τις δύο και γύρισε στο κελί τις με το κουτί στα χέρια να το κρατάει ευλαβικά σαν κάποιο ιερό κειμήλιο που της εμπιστεύτηκαν. Το άνοιξε. Επεξεργάστηκε μία προς μία τις κηρομπογιές. Έπιασε την πιο γαλάζια. Τα μάτια της έπεσαν πρώτα στον γκρίζο τοίχο και ύστερα στο παραθυράκι.Αν δεν μπορούσε να πάει στο παράδεισο, θα έφερνε τον παράδεισο εδώ μέσα.
Βάλθηκε να ζωγραφίζει όλη μέρα τους γκρίζους τοίχους και να τους γεμίζει με χρώματα βγαλμένα από τα βάθη της τρυφερής της ηλικίας. Μια ατέλειωτη θάλασσα, έναν απέραντο ουρανό, έναν μεγάλο ήλιο, περήφανους γλάρους, ηλιαχτίδες σαν μπαλαρίνες, σύννεφα ακαθόριστου σχήματος κι εκεί μες τα σύννεφα ένας άγγελος. Πιο δίπλα ζωγράφισε ένα σπίτι με τέσσερα ανθρωπάκια. Σε μια γωνία ζωγράφισε τον φύλακα και την κόρη του, που ακόμα δεν την είχε γνωρίσει. Ζωγράφισε αστέρια, δελφίνια, άλογα, δέντρα, λουλούδια κι έφτιαξε μια κούκλα από ένα κομμάτι υφάσματος που είχε σκίσει από το μακρύ φόρεμά της. Θα κρύωναν απόψε πολύ τα πόδια της, αλλά θα την ζέσταινε η αγκαλιά αυτής της κούκλας.
 Πέρασε όλη της τη μέρα τραβώντας τον παράδεισο να μπει μες το κελί τηςκαι παρακολουθώντας στο τέλος με την καινούργια της κούκλα τον ήλιο να βασιλεύει και να δύει. Την έσφιξε στην αγκαλιά της και ξάπλωσε μαζί της στο σιδερένιο κρεβάτι. Τώρα πια το κελί είχε τα χρώματα της ψυχής της και αυτά τα χρώματα δεν την φόβιζαν. Όσο ικανή κι αν ήταν αυτή η ψυχή να πέσει σ’ ένα τέτοιο αμάρτημα, δεν έπαυε να έχει μέσα της αθώα παιδικά χρώματα που άγιαζαν την αμαρτία της. Γιατί όλοι ήξεραν πώς βρέθηκε εκεί και γιατί όλοι έλεγαν πως είναι αθώα και πως έπρεπε να βγει από κει μέσα.
 Άρχισε να σιγοτραγουδά ένα νανούρισμα που λες κι ερχόταν στην μνήμη της από τα ξεχασμένα λημέρια του χρόνου, για να ξυπνήσει τα παιδικά της ένστικτα. Τότε το αδύνατο σώμα της αποζήτησε την αγκαλιά της μητέρας της. Της έλειπε πολύ η ζεστασιά και η θαλπωρή του σπιτιού της. Μα ήταν η ώρα που έπρεπε να κοιμηθεί.
Το φεγγαράκι ήταν ολόγιομο και υπέρλαμπρο απόψε. Την κοιτούσε από ψηλά και την σκέπαζε με το απαλό φως του. Της χαμογελούσε τώρα και της σιγοτραγουδούσε εκείνο το νανούρισμα, που πριν λίγο είχε αναδευτεί στην μνήμη της και είχε κιόλας φωλιάσει στην καρδιά της. Κοιμήθηκε γλυκά στον μικρό παράδεισο που είχε φέρει σε αυτήν την φυλακή του ονείρου της. Σε αυτό το τέμπο της πιεστικής καθημερινότητάς της είχε καταφέρει να δώσει τώρα μια νότα ελευθερίας. Μια νότα από ένα γλυκό νανούρισμα.


ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΚΡΕΜΗ ΛΙΑΔΗ, 

ΑΠΟΥΣΙΑ

Απόψε μου λείπεις.
Και δεν έχω σε ποιον να το πω.
Μου λείπει το άγγιγμα σου, μου λείπει ο τρόπος που με αγκάλιαζες, το άρωμα σου.
Μου λείπουν τα μάτια σου, το διαπεραστικό σου βλέμμα.
Μου λείπει το χαμόγελο σου, το γέλιο σου, η φωνή σου.
Μου λείπουν τα νάζια σου, η γκρίνια σου, μου λείπει κάθε τι από εσένα.
Μου λείπεις εσύ.

Η ώρα είναι σχεδόν μία το πρωί. Ανοίγω την μπαλκονόπορτα και βγαίνω στην βεράντα του διαμερίσματος μου. Στηρίζομαι στα κάγκελα και παρατηρώ το φεγγάρι. Είναι η αυγουστιάτικη πανσέληνος απόψε. Άραγε, την κοιτάς κι εσύ, σκεπτόμενος ο,τι σκέφτομαι κι εγώ;
Ή μήπως με ξέχασες;
Αγναντεύω την θέα από το διαμέρισμα μου• χαζεύω τα αυτοκίνητα, τους λιγοστούς ανθρώπους που περπατούν αμέριμνοι στα πεζοδρόμια, τα φώτα της πόλης. Δεν είναι ούτε η ζέστη, ούτε ο πόνος στο στήθος μου που με κρατάνε ακόμα ξύπνια. Είναι η απουσία σου. Πόσο θα ήθελα να ήσουν δίπλα μου αυτήν την στιγμή.
Μακάρι να ήσουν εδώ… Να περνούσες, όπως συνήθιζες, το χέρι σου γύρω από την μέση μου, φέρνοντας με κοντά σου. Να ακουμπούσες το πιγούνι σου στην κορυφή του κεφαλιού μου, αφήνοντας ένα φιλί εκεί. Να ψιθύριζες πως μ’ αγαπάς, κι ας ήταν ένα ψέμα. Γιατί αν ήταν αλήθεια, γλυκέ μου, δεν θα με άφηνες.
Μακάρι να ήσουν εδώ. Να μου μιλούσες όλο το βράδυ για τα όνειρα σου, τι φοβάσαι, τι αγαπάς, τι σε εκνευρίζει. Να μου μιλούσες για το τι σε κάνει να κλαις –κι ας μην το παραδέχεσαι ποτέ, στην πραγματικότητα-,  για το τι σκέφτεσαι όταν βλέπεις ένα φεγγάρι σαν και τούτο.
Μα εσύ δεν είσαι εδώ. Εσύ έχεις φύγει, και φεύγοντας πήρες κι ένα κομμάτι της ψυχής μου μαζί σου. Νιώθω μισή χωρίς εσένα. Νιώθω πως όλα διαλύονται γύρω μου. Τα πάντα γύρω μου καταρρέουν, και νιώθω πως μαζί τους πέφτω κι εγώ. Η απουσία σου απόψε είναι περισσότερο αισθητή από ποτέ.
Δεν σε χόρτασα. Δεν χόρτασα τα χάδια σου, τα φιλιά σου, δεν χόρτασα εσένα. Ήρθες κι έφυγες χωρίς να το καταλάβω. «Η απόσταση δεν σημαίνει τίποτα όταν ο άλλος σημαίνει τόσα πολλά», συνήθιζες να μου λες όποτε με έπιανε η μελαγχολία και το παράπονο.
Αφού, καλέ μου, σήμαινα τόσα πολλά για εσένα, γιατί έφυγες; Που πήγες; Πως με αφήνεις μόνη μου να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα που με συνθλίβει; Πως με άφησες;

Μπαίνω και πάλι μέσα στο σπίτι, κάθομαι στο διπλό κρεβάτι, παρέα με την –όπως φαίνεται- αιώνια απουσία σου, καθώς ένα δάκρυ κυλά στο μάγουλο μου.  

                                                                                                  ΠΟΛΥΜΝΙΑ ΚΟΡΚΑ, 

ΔΑΚΡΥ

Σεργιάνισες τους πόνους μας,
σταγόνα φθινοπωρινή,
σαν πότισες το βλέμμα
είσαι Σεπτεμβριανή αρχή,
αδιάκοπη ψυχής βροχή.

Τον χρόνο όλο πάγωσες
σαν έσταξες απ’ την καρδιά
με χιόνι κοίμησες τους δείκτες
έδιωξες απ’ τις φωλιές πουλιά
μας έπλευσες στη λησμονιά.

Λιμνούλα ανοιξιάτικη
ξεδίψασες τον καημό μας
σαν δρόσισες μες στην ψυχή
νερό στον πλάτανό μας,
ρίζα στο έδαφός μας.

Στέρευσες μες στα πέλαγα
της αμμουδιάς αστέρι
στου θέρους πήγες την καρδιά
μας φίλησες το χέρι,

γοργό φιλί στ’ αγέρι.
                
                                                                                                            ΜΥΡΤΩ ΚΑΠΩΛΗ, 
                                                               

ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Κλάμα και δάκρυα στις γειτονιές του κόσμου
Δεν είναι αυτή η ανθρωπότητα που ήξερες,
αυτή πάει, την κλέψανε.
Στους δρόμους όλοι τρέχουνε και ο φόβος τους φωνάζει,
τα παιδιά με μάτια σκοτεινά και μέλλον τσακισμένο,
η τελευταία πεταλούδα πνίγηκε στο αίμα
και ο ξερός κρότος ενός πυροβολισμού θανάσιμη μελωδία.
Παίζουν ακόμα τα παιδιά στις γειτονιές του κόσμου
Και κάπου-κάπου τραγουδούν πως δεν χάθηκε η ελπίδα
Έτσι αντιστέκονται στο τέρας με το απόκοσμο ουρλιαχτό
Ας φύγει ο πόλεμος από τις γειτονιές του κόσμου
κι ας γίνει η ειρήνη για όλους φυλαχτό.

                                                                                             ΛΥΔΙΑ ΚΟΛΛΙΟΠΟΥΛΟΥ


Η ΕΝΟΧΗ



 «Ψυχραιμία… Όχι ενοχές… Δεν φταις εσύ…»
Αυτά τα λόγια επαναλαμβάνονταν συνεχώς μες το μυαλό της. Έπρεπε να αποδεχτεί πως όλα είχαν τελειώσει και πως ήταν επώδυνο και συγχρόνως ανώφελο να επιστρέφει στην ανάμνηση μιας οδυνηρής κατάστασης. Αυτή η κατάσταση όμως ήταν που την σημάδεψε για όλη της την ζωή.
 Η Μαρία έβαλε σε σειρά τα παιδιά και τα οδήγησεεντόςτης αίθουσας του νηπιαγωγείου. Ήταν Δευτέρα και τις Δευτέρες, αφού έλεγαν όλα τα παιδιά πώς πέρασαν το σαββατοκύριακο, έπαιζαν κουκλοθέατρο. Έπαιρνε αρκετή ώρα μέχρι και τα τριάντα παιδιά να εξιστορήσουν τις εμπειρίες που είχαν τις δύο προηγούμενες μέρες μακριά από το σχολείο. Ποτέ δεν θα βαριόταν να ακούει τις ντροπαλές ή τις ενθουσιώδεις φωνούλες τους, τις συνηθισμένες ή συναρπαστικές ιστορίες τους, τις πιο απλές ή τις πιο περίεργες εντυπώσεις τους από καθετί που είδαν, άκουσαν ή μύρισαν μέσα σ’ ένα σαββατοκύριακο.
 Η συνονόματή της, η πεντάχρονη Μαρία, δεν ήθελε ποτέ να πει τι έκανε το σαββατοκύριακο. Όσο και αν την ενθάρρυνε, όσο και αν την πίεζε, εκείνη αρνιόταν κατηγορηματικά να εξιστορήσει τα όσα αποκόμισε μες το διήμερο ξεκούρασης. Αρνητική ήταν και με τα παιχνίδια της αυλής. Δεν της άρεσε να παίζει ούτε κουτσό, ούτε κρυφτό, ούτε κυνηγητό. Ειδικά το κυνηγητό το απέφευγε. Καθόταν μόνη της στο παγκάκι έξω όταν είχε καλό καιρό, αλλά όταν είχε λίγο κρύο καθόταν μέσα στην αίθουσα και κοιτούσε τα άλλα παιδιά από το παράθυρο με βλέμμα κενό, άδειο από εμπειρίες, επιθυμίες, νοσταλγίες. Από την άλλη, συμμετείχε σε όλα τα παιχνίδια που πραγματοποιούνταν εντός της αίθουσας και δεν έχανε την ευκαιρία να βοηθήσει την δασκάλα της στην προετοιμασία του χώρου για το επόμενο παιχνίδι ή στον στολισμό της τάξης με ζωγραφιές, όταν τα άλλα παιδιά έπαιζαν έξω.
 Σήμερα βοήθησε την δασκάλα της να στήσει την σκηνή του κουκλοθέατρου και να φτιάξει μια ιστορία. Είχαν μείνει δέκα λεπτά για το τέλος του πρώτου διαλλείματος. Η Μαρία ενθάρρυνε την συνονόματη μαθήτριά της να βγουν μαζί έξω, για να δουν τι κάνουν τα άλλα παιδιά. Με δειλά βήματα βγήκε προς τα έξω και κοίταξε γύρω της. Οι συμμαθητές της έπαιζαν κρυφτό. Δεν έκανε καθόλου κρύο. Αντιθέτως, ο καιρός ήταν ιδανικός για ξένοιαστα παιχνίδια στην λιακάδα. Η Μαρία την πρότρεψε να πάει να παίξει με τ’ άλλα παιδιά. Δεν χρειάστηκε να το πει ξανά. Το κοριτσάκι φόρεσε την ζακέτα του βιαστικά και βγήκε έξω τρέχοντας. Μόλις πλησίασε τα παιδιά, το μυαλό της γέμισε ενδοιασμούς και κοντοστάθηκε. Κι αν δεν την ήθελαν στο παιχνίδι τους; Κι αν τους χάλαγε το παιχνίδι;
 Η Μαρία βρέθηκε αμέσως κοντά της, κατέβηκε στο ύψος της και της μίλησε γλυκά.
-Τους κανόνες του παιχνιδιού τους ξέρεις. Ρώτα τα άλλα παιδάκια αν μπορείς να παίξεις μαζί τους.
 Έκανε ένα βήμα μπροστά και φώναξε παρακλητικά.
-Μπορώ να παίξω μαζί σας;
 Όλα τα παιδιά της απάντησαν καταφατικά. Κάποιος μετρούσε δυνατά και καθαρά, γυρισμένος στον τοίχο, με κλειστά μάτια. Εκείνη έτρεξε να κρυφτεί πίσω από τους θάμνους μαζί μ’ ένα άλλο κοριτσάκι που την τραβούσε από το χέρι.
 Η νεαρή νηπιαγωγός νόμιζε πως είχε κατορθώσει να εντάξει στην μικρή αυτή ομάδα άλλο ένα παιδί που δυσκολευόταν να ενσωματωθεί στην μικρογραφία κάποιου μελλοντικού κοινωνικού συνόλου. Ένιωθε περήφανη για τον εαυτό της που ασκούσε αυτό το επάγγελμα και που προετοίμαζε τα παιδιά να αναλάβουν τις υποχρεώσεις του Δημοτικού σχολείου. Ήξερε από πολύ μικρή ότι αυτό ήθελε να κάνει και τώρα που το έκανε το αγαπούσε και το ζούσε σε μέγιστο βαθμό. Τα παιδιά ήταν η ζωή της. Κοιμόταν και ξυπνούσε με την έγνοια τους, σκεφτόταν όλη μέρα πώς θα τα απασχολήσει την επόμενη, μηχανευόταν τρόπους να τα ηρεμεί και να τα καθησυχάζει, σκαρφιζόταν συναρπαστικές ιστορίες που να τραβούν το ενδιαφέρον αγοριών και κοριτσιών και να κρατούν όλα τα παιδιά ήσυχα και προσηλωμένα σε ό, τι τους έλεγε. Δεν περνούσε μέρα που στο κεφάλι της δεν θα γυρνούσε η όποια σκέψη είχε να κάνει με τα παιδιά και την απασχόλησή τους.
 Καθώς καμάρωνε τα παιδιά που έπαιζαν και σκεφτόταν την ιστορία που θα τους αναπαριστούσε στο κουκλοθέατρο, είδε την μικρή Μαρία να κοντοστέκεται στην μέση του προαυλίου με το βλέμμα καρφωμένο στο τσιμέντο. Πήγε κοντά της και μόλις της μίλησε, το κοριτσάκι σωριάστηκε στην αγκαλιά της δασκάλας του. Σοκαρισμένη, προσπαθούσε να συνεφέρει το παιδί που κρατούσε λιπόθυμο στα χέρια της. Τα μάτια του κοριτσιού ήταν μισάνοιχτα και η αναπνοή του έσβηνε αργά. Η διευθύντρια του νηπιαγωγείου, που είχε παρακολουθήσει το σκηνικό από το παράθυρο του γραφείου της, είχε ήδη καλέσει ασθενοφόρο και την μητέρα του παιδιού. Έτρεξε κοντά στην ταραγμένη δασκάλα, πρόσταξε την υποδιευθύντρια να οδηγήσει τα υπόλοιπα παιδιά στην αίθουσα και προσπάθησε να πάρει το κοριτσάκι από τα χέρια της νεαρής κοπέλας, που είχε δακρύσει από την απελπισία της.
 Η Μαρία δεν είχε βιώσει ποτέ καμία τραγική απώλεια. Η μητέρα της την προστάτευε από τέτοιου είδους πόνο με όποιον τρόπο μπορούσε. Όλη η παιδική της ηλικία μέχρι την ενηλικίωσή της ήταν μια ουτοπία. Ακόμα και ο θάνατος του αγαπημένου της παππού είχε παρουσιαστεί από την μητέρα της με παραμυθικό τρόπο. Η μητέρα της τής είχε πει πως άγγελοι κατέβηκαν από τον ουρανό μια όμορφη μέρα, πως ανήγγειλαν στον παππού της ότι ο Θεός θέλει να τον κάνει άγγελο, πως ο παππούς φόρεσε το καλό του κοστούμι και χρυσά φτερά και ανέβηκε στον ουρανό χαρούμενος με τους αγγέλους και πως θα την προστάτευε για πάντα. Η αλήθεια ήταν πως ο παππούς της είχε αρρωστήσει βαριά και είχε πεθάνει στο νοσοκομείο, λυπημένος που δεν του είχαν πάει να δει για στερνή φορά την αγαπημένη του εγγονή. Στην κηδεία του δεν είχε πάει, ούτε σε καμία άλλη κηδεία. Έτσι, ο θάνατος για την Μαρία ήταν κάτι μακρινό και άγνωστο, μέχρι εκείνην την μέρα.
 Το ίδιο βράδυ έπεσε στο κρεβάτι της με βαριά καρδιά και ο Μορφέας την βρήκε να κλαίει με αναφιλητά. Στο όνειρό της είδε πως περπατούσε σ’ ένα νεκροταφείο. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη. Τα μάρμαρα άσπριζαν στο φως και περισσότερο γαλήνευαν παρά τρομοκρατούσαν. Ανάμεσα στους χιλιάδες τάφους ξεχώριζαν κάποια γλυπτά. Ένα μικρό μαρμάρινο αγόρι την πρόσταζε με την τρισδιάστατη μορφή του να κάνει ησυχία. Ένας άγγελος θρηνούσε. Μια γυναίκα κοιμόταν. Ήταν σχεδόν σίγουρη πως από κάπου την ήξερε. Λίγο παραπέρα ένα μικρό κοριτσάκι στεκόταν πάνω σ’ έναν οικογενειακό τάφο. Φαινόταν σαν να ήθελε να προχωρήσει. Το λιτό φουστανάκι του παρασυρόταν από το αγιάζι και διέγραφε το αδύνατο σωματάκι. Τα μικροσκοπικά χέρια τίναξαν τον λίθο από πάνω τους και το πρόσωπο του κοριτσιού πήρε ένα ροδαλό χρώμα και χαμογέλασε στην επισκέπτρια. Το άγαλμα ζωντάνεψε και κατέβηκε από τον τάφο. Πήρε την κοπέλα από το χέρι και την οδήγησε σ’ ένα λιβάδι. Οι δυο τους άρχισαν να κυνηγιούνται, να τρέχουν από δω κι από κει, να παίζουν και να γελούν δυνατά. Τα γέλια τους ήχησαν σε όλο το νεκροταφείο. Κάποια στιγμή η κοπέλα γλίστρησε κι έπεσε κάτω. Η κοιμωμένη του Χαλεπά ξύπνησε από τον κρότο. Το αγόρι, που πιο πριν την πρόσταζε να κάνει ησυχία, τώρα είχε λυθεί στα γέλια με την τούμπα της. Γελούσαν και όλοι οι άγγελοι, που τόσα χρόνια θρηνούσαν. Το κοριτσάκι έτεινε το χέρι, για να την βοηθήσει να σηκωθεί.
 Το όνομά της ακούστηκε υπόκωφα μες το όνειρό της. Ξυπνώντας, συνειδητοποίησε ότι είχε πέσει από το κρεβάτι της και ότι η μητέρα της προσπαθούσε να την σηκώσει. Κοίταξε γύρω της ζαλισμένη ακόμα από κείνο τ’ όνειρο. Έψαχνε με το βλέμμα της να βρει το κοριτσάκι. Πουθενά το κοριτσάκι. Πουθενά η μικρή Μαρία.
-Το παιδί; ψέλλισε στην προσπάθειά της να επικοινωνήσει με την πραγματικότητα. Πού είναι το παιδί;
-Ποιο παιδί, Μαρία; Όνειρο έβλεπες, την καθησύχασε η μητέρα της.
Με δυσκολία την σήκωσε από το πάτωμα, στο οποίο φαινόταν να είναι κολλημένη ή τραβηγμένη από κάποια δύναμη αντίθετη στης μητέρας της. Ακόμα κι όταν κάθισε στο κρεβάτι και ήπιε μια γουλιά νερό, δεν σταμάτησε να αισθάνεται μια έλξη και μια ανάγκη να ξαπλώσει και πάλι κάτω. Ήξερε πού βρισκόταν, αλλά το σώμα της -ή μάλλον η ψυχή της- έμοιαζε να μην θέλει να δεχτεί ότι είχε επιστρέψει. Όταν η μητέρα της έκανε να φύγει από το δωμάτιο, η Μαρία αναφώνησε.
-Μάνα, πού είναι το παιδί; Πού είναι η Μαρία;
 Η μητέρα της κατάλαβε για ποιο παιδί μιλούσε. Κάθισε κοντά της, την έκρυψε στην αγκαλιά της με την υπερπροστατευτική διάθεση που είχε πάντα και της ψιθύριζε «Ψυχραιμία, Μαρία μου. Ψυχραιμία». Η Μαρία, όμως, αποτραβήχτηκε κι έβγαλε από μέσα της μια κραυγή πόνου, φόβου, αγανάκτησης. Έμπηξε τα νύχια της στις γάμπες της και τα έσυρε μέχρι τα γόνατα. Ύστερα, τα χέρια της κρύφτηκαν μες τα μαλλιά της και τα τραβούσαν με μανία, καθώς κουνούσε το κεφάλι της δεξιά και αριστερά εκφράζοντας μια άρνηση. Η μάνα της σάστισε και δεν ήξερε τι να κάνει. Τράβηξε τα χέρια από το κεφάλι της κόρης της, αλλά αυτά έμοιαζαν να έχουν ριζώσει μες το κρανίο. Όσο προσπαθούσε να την σταματήσει, τόσο εκείνη χτυπιόταν και χτυπούσε τον εαυτό της. Αντιδρούσε στο άγγιγμα της μητέρας της. Δεν την ήθελε. Βαθιά μέσα της έκρυβε μια μεγάλη κατηγορία. Κατηγορούσε την μητέρα της που την προστάτεψε τόσο πολύ από την ίδια της την ζωή. Αν από μικρή είχε γνωρίσει τον θάνατο και την απώλεια, τώρα θα ήταν σε θέση να διατηρήσει την ψυχραιμία της. Η υπερπροστατευτική μητέρα της ήταν αυτή που την πόνεσε περισσότερο. Την ρώτησε ευθέως γιατί δεν την άφησε να γνωρίσει την ζωή, όπως ήταν, με την δυστυχία, το άλγος, την απουσία. Αντί για απάντηση, η μητέρα της αποχώρησε από το δωμάτιο με την επαναλαμβανόμενη ερώτηση.
-Μάνα, πού είναι το παιδί; Πού είναι η Μαρία;
 Αυτό το «για σένα τα κάνω όλα» που της έλεγε πάντα αποδεικνυόταν να είναι ένα ψέμα, αφού ό, τι έκανε το έκανε επειδή η ίδια δεν άντεχε να παραδεχτεί ότι το ζει. Ο χαμός του πατέρα της τής είχε στοιχήσει, αλλά δεν ήθελε να στοιχήσει και στην κόρη της. Την προστάτεψε από την αλήθεια που εκείνην την είχε ισοπεδώσει. Αυτή ήταν η αδυναμία της μητέρας της.
 Το ξημέρωμα την βρήκε ξαπλωμένη στο χαλί να κοιτάει το λευκό ταβάνι. Ήξερε ότι ήταν ώρα να σηκωθεί. Δεν χρησιμοποιούσε ξυπνητήρι να της υπενθυμίζει να πάει στην δουλειά της. Αγαπούσε τόσο τα παιδιά που ξυπνούσε από ένστικτο κάθε πρωί με το χαμόγελο και τον ενθουσιασμό που θα βρεθεί κοντά τους. Ωστόσο, εκείνη την μέρα ήταν η πρώτη φορά που δεν ήθελε να πάει σχολείο, αλλά να μείνει εκεί, ξαπλωμένη στο χαλί, να κοιτάει το λευκό ταβάνι.
 Δεν κατάλαβε πώς βρέθηκε, τελικά, στον προαύλιο χώρο του νηπιαγωγείου. Οι κινήσεις της ήταν τόσο μηχανικές και ανιαρές που τις είχε κιόλας διαγράψει από την προσωρινή μνήμη της. Μάταια προσπάθησε να κρύψει την λύπη της. Οι ευαίσθητες κεραίες των παιδιών είχαν αντιληφθεί πως κάτι πολύ κακό βασάνιζε την δασκάλα τους. Κάποιο παιδί, που η περιέργεια το τσιγκλούσε, ρώτησε αν θα ερχόταν σήμερα η Μαρία. Η νεαρή δασκάλα απάντησε ξερά πως η Μαρία δεν θα ξαναρχόταν και βγήκε από την αίθουσα.
 «Εισπνοή… εκπνοή…» έλεγε στον εαυτό της σε μια προσπάθεια να μην χάσει και πάλι την ψυχραιμία της. Διαισθανόταν πως το χθεσινοβραδινό επεισόδιο θα επαναλαμβανόταν και προσπαθούσε με επιδεξιότητα να ελέγξει τον εαυτό της. Φαινόταν να χάνει τον έλεγχο, καθώς το σώμα της είχε αρχίσει να τρέμει, τα γόνατά της να λυγίζουν και τα χέρια της να κατευθύνονται και πάλι προς το κεφάλι της, όταν την είδε η διευθύντρια, την πήρε στο γραφείο της κι έστειλε την υποδιευθύντρια να προσέχει τα παιδιά.
 Ο γιακάς του πουκαμίσου της την έπνιγε, ακόμη κι αν δεν ακουμπούσε τόσο τον λαιμό της. Ένιωθε έναν πόνο στο στήθος κι ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η φωνή της κυρίας Καίτης την έκανε να ξεχαστεί.
-Καταλαβαίνω. Δεν είναι εύκολο να χάνεις έναν άνθρωπο από την ζωή σου. Πόσο μάλλον ένα παιδί.
-Το παιδί. Εγώ της είπα να βγει έξω. Εγώ την παρότρυνα να παίξει με τα άλλα παιδιά. Στα χέρια μου έπεσε, άρχισε να κατηγορεί τον εαυτό της πριν την διακόψει η κυρία Καίτη.
-Μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου. Μην τον κατηγορείς για κάτι που δεν μπορούσες να αποτρέψεις. Έπρεπε να σε έχω ενημερώσει. Το παιδί αυτό δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα. Κάποια στιγμή, είτε έβγαινε έξω είτε έμενε μέσα, θα πέθαινε. Και σίγουρα σαν παιδί κάποια στιγμή θα είχε την επιθυμία να παίξει και θα έπαιζε με ή χωρίς την δική σου παρότρυνση. Μην νιώθεις ενοχές. Ήταν επιλογή της να παίξει με τ’ άλλα παιδιά. Και ήταν χαρούμενη που έπαιζε μαζί τους.
 Πήγε να προβάλλει μια αμφιβολία, αλλά η διευθύντρια της είπε κοφτά: «όχι ενοχές». Την πρότρεψε να πάει στην κηδεία του κοριτσιού και να βρει την μητέρα του. Από αυτήν θα έπαιρνε περισσότερες απαντήσεις σε όσα την βασάνιζαν.
 Ήταν το νεκροταφείο που είχε δει στο όνειρό της. Αναγνώρισε όλα τα γλυπτά. Όταν είδε το τρισδιάστατο γλυπτό της μικρής Άννας πάνω στον τάφο της οικογένειας Μελά, στάθηκε να το θαυμάσει. Για λίγο μέσα της πίστεψε πως όντως το άγαλμα θα ζωντάνευε. Λίγο παραπάνω στο μακρύ μονοπάτι ένας παπάς έψελνε και μια μάνα είχε γονατίσει μπροστά σ’ έναν βαθύ λάκκο. Η εικόνα που ακολούθησε την σόκαρε. Ένα μικρό φέρετρο βυθίστηκε μες τον λάκκο. Λουλούδια έπεφταν από πάνω και το σκέπαζαν κι έπειτα έπεφτε το χώμα φτυαριά προς φτυαριά να σκεπάσει ένα χαμόγελο που έσβησε. Στην τελευταία φτυαριά ταρακουνήθηκε. Προσπάθησε να βρει δυνάμεις να προχωρήσει προς την μάνα, που ήταν ακόμα γονατισμένη. Ο υπόλοιπος κόσμος είχε φύγει με τον ίδιο αδιάφορο τρόπο που είχε έρθει. Ξέχασαν οι άνθρωποι να θρηνούν. Άφησε τα λουλούδια πάνω στο χώμα. Δεν άντεχε να το αντικρίζει κι έστρεψε το βλέμμα της στην μάνα.
-Πώς σε λένε; την ρώτησε η μάνα.
-Μαρία, απάντησε εκείνη.
-Συνωνυμία θα ‘ναι, ψέλλισε. Εσύ, Μαρία, γνώρισες πατέρα;
Έγνεψε καταφατικά. Οι λέξεις πλέον δεν έβγαιναν. Ένιωθε μια θηλιά να περνάει στον λαιμό της.
-Η κόρη μου όχι. Καημό το είχε να γνωρίσει τον μπαμπά της. Αλλά ούτε εγώ ήξερα ποιος ήταν. Δεν πρόσεχα.
Η Μαρία γονάτισε δίπλα της και περίμενε να ακούσει τη συνέχεια.
-Βλέπεις. Εγώ δεν πρόσεχα. Έβγαινα με όποιον ήθελα και κοιμόμουν με όποιον ήθελα. Μερικές φορές μπορεί να μην ήξερα ούτε το όνομά του. Αλλά τότε δεν με ένοιαζε. Εγώ δεν πρόσεχα και εξαιτίας μου υπέφερε το παιδί μου. Κάθε σαββατοκύριακο την έτρεχα στο πιο κοντινό νοσοκομείο.
-Τι είχε;
-Με το που την γέννησα, την πήραν οι γιατροί. Είχα διαγνωσθεί με HIV δεύτερου σταδίου. Όταν περνούσα το πρώτο στάδιο νόμιζα πως ήταν η εγκυμοσύνη μου δύσκολη και γι’ αυτό είχα τόσες ναυτίες και άλλα πολλά. Όταν γέννησα είχα ήδη μπει στο δεύτερο στάδιο. Γέννησα ένα παιδί μολυσμένο από μένα την ίδια. Οι γιατροί είπαν πως δεν θα αντέξει ούτε δύο χρόνια. Και άντεξε πέντε.
-Είχε πολύ θέληση να ζήσει. Το έβλεπα στα μάτια της.
-Πώς το έβλεπες;
-Εμείς οι δασκάλες παρατηρούμε τα παιδιά. Σχεδόν τα διαβάζουμε…
Η μάνα έπεσε πάνω της, την αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει γοερά. Μες τα δάκρυα που κυλούσαν σαν ποτάμι από τα μάτια της ζητούσε συγχώρεση από την νεαρή κοπέλα. Η Μαρία τώρα ήταν πιο ψύχραιμη και μπορούσε να διαχειριστεί την κατάσταση. Καθησύχασε την μάνα και της μίλησε γλυκά, όπως θα μιλούσε στην μικρή Μαρία.
-Μην μου ζητάτε συγγνώμη. Το ότι έχουμε και οι δύο ένα μερίδιο ευθύνης σε όλο αυτό δεν σημαίνει ότι θα πάρουμε όλη την ευθύνη. Η Μαρία ήταν ένα μικρό αγγελούδι που ήρθε να μας μάθει κάτι και αφού μας το έμαθε, έφυγε. Δεν μπορούμε να την φέρουμε πίσω, αλλά μπορούμε να ζήσουμε καλύτερα για μας, γιατί αυτό θα θέλει κι εκείνη.
-Δεν φταις εσύ, κορίτσι μου. Εγώ φταίω. Για όλα εγώ. Δεν την φρόντισα, όπως έπρεπε. Ίσως αν είχα…
-Μην μπαίνετε σ’ αυτήν τη διαδικασία. Δεν έχει κανένα νόημα. Διώξτε τις ενοχές. Η Μαρία έκανε αυτό που ήθελε πάρα πολύ να κάνει. Ήθελε πολύ να παίξει με τ’ άλλα παιδιά. Δεν μπορούσαμε να την κρατήσουμε περισσότερο κοντά μας. Καλό είναι αυτό να το αποδεχτούμε.
-Ναι, αλλά αν…
-Αν δεν την είχα παροτρύνει να παίξει με τ’ άλλα παιδιά στην αυλή, η Μαρία θα ζούσε;
Επικράτησε σιωπή. Η μάνα έριξε ένα βλέμμα στον τάφο της κόρης της. Προσπαθούσε να δεχτεί ότι το παιδί της πλέον βρισκόταν εκεί. Η καρδιά της, όμως, ούρλιαζε και ράγιζε κι εκείνη μάζευε ένα προς ένα τα κομμάτια και τα φυλούσε σε μια γωνιά, για να τα κολλήσει αργότερα.
-Δεν φταις εσύ, είπε πάλι. Η Μαρία ήταν άρρωστη δύο μέρες. Δεν έτρωγε καλά. Φοβόταν μην κάνει εμετό.
Σαν ένα μικρό βάρος να ξεκόλλησε από τους ώμους της κοπέλας. Ήταν άρρωστη, λοιπόν, η χαμένη μαθήτριά της. Αυτό σήμαινε πως ο οργανισμός της είχε δώσει μια μάχη με μια απλή αρρώστια και λόγω της νόσου την είχε χάσει. Τα επόμενα λόγια της μάνας την άφησαν άφωνη.
-Θυμάμαι την πρώτη μέρα που αρρώστησε. Είχε πάρει ένα μικρό χαρτάκι και είχε ζωγραφίσει ένα αγγελούδι κι ένα παιδάκι. Την είχα ρωτήσει γιατί δεν είχαν πρόσωπα και μου είχε απαντήσει ότι θα τα έφτιαχνε την τελευταία στιγμή. Δεν κατάλαβα τι εννοούσε ούτε βρήκα το χαρτάκι. Κάπου θα το έκρυψε.
 Το μυαλό της έκανε μόνο του μια αναδρομή στο παρελθόν και ο χρόνος σταμάτησε στην στιγμή πριν πέσει το κοριτσάκι στην αγκαλιά της. Είχε απλώσει το μικροσκοπικό χέρι της προς το μέρος της δασκάλας της. Καθώς έπεφτε, η δασκάλα την έπιασε από το χέρι αυτό και την τράβηξε στην αγκαλιά της. Όταν την έβαζαν στο ασθενοφόρο, η δασκάλα συνειδητοποίησε ότι στο χέρι της είχε ένα χαρτάκι, αλλά δεν του είχε δώσει σημασία. Σήμερα φορούσε την ίδια ζακέτα με χτες, που ήταν η αγαπημένη της, δώρο από την καλύτερή της φίλη. Καθώς έβαζε το χέρι στην τσέπη, ευχόταν να μην βρει κανένα χαρτάκι. Έβγαλε το χέρι της αργά και άνοιξε την παλάμη της. Η μάνα πήρε το χαρτί και το άνοιξε. Το αγγελούδι και το παιδάκι χαμογελούσαν. Στο κάτω μέρος ήταν γραμμένη η φράση «Σ’ αγαπώ». Η μάνα δάκρυσε.
-Βλέπεις. Δεν φταις εσύ. Το ήξερε ότι θα πέθαινε. Και σου άφησε ένα κομμάτι της εδώ στην γη, πριν πάει εκείνη στον ουρανό. Σου άφησε την αγάπη της.
 Έδωσε το χαρτάκι πίσω στη δασκάλα. Εκείνη ασυναίσθητα το γύρισε από την άλλη και είδε άλλη μια ζωγραφιά. Ένα μικρό κοριτσάκι ανάμεσα σε δύο γυναίκες και άλλα παιδιά.
-Νομίζω πως όλους μας αγαπάει. Απλώς δεν πρόλαβα να της μάθω να γράφει «σας αγαπώ». Γι’ αυτό το έγραψε στον ενικό.
Ένα αχνό γέλιο φώτισε τα βλέμματά τους. Σηκώθηκαν πιασμένες η μία από το μπράτσο της άλλης. Μπορεί το σώμα του κοριτσιού να βρισκόταν θαμμένο σε κείνον τον μικροσκοπικό τάφο, αλλά η ψυχή της, πριν ανέβει στον ουρανό, είχε γεμίσει με αγάπη για όλους όσους είχε γύρω της. Ακολούθησαν το μονοπάτι προς την έξοδο του νεκροταφείου. Οι φτερωτοί άγγελοι δεν θρηνούσαν ούτε έψελναν. Στέκονταν σιωπηλοί στις θέσεις τους. Τα μαρμάρινα παιδιά δεν έπαιζαν ούτε γελούσαν. Κοιτούσαν ευθεία μπροστά τους απορημένα. Η κοιμωμένη του Χαλεπά δεν κοιμόταν πια. Αν και ξύπνια, ονειρευόταν.
 Η Μαρία πήρε μια βαθιά ανάσα κι επανέλαβε στον εαυτό της όσα είχε ακούσει σήμερα: «Ψυχραιμία… Όχι ενοχές… Δεν φταις εσύ…»

                                                                               ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΚΡΕΜΗ ΛΙΑΔΗ, 



ΙΣΜΗΝΗ

 Ποία δύναμη σπρώχνει τον άνθρωπο σε λάθη; Γιατί οι μοίρες αγαπούν τη δυστυχία και υπάρχει τόση γύρω μας; Πότε επιτέλους θα πάψουν τα δεινά και θα γαληνέψουν οι ψυχές των ανθρώπων;
 Το κλάμα της γοερό. Μα ποίος να την ακούσει; Ήταν μόνη της στην σκοτεινή φυλακή της. Απομονωμένη, κατασπαραγμένη απ’ τους θεούς που της πήραν ό, τι είχε και δεν είχε. Χάθηκαν οι ελπίδες της, τα όνειρά της. Σε μια μέρα όλα έγιναν σκόνη. Οι αμαρτίες των προγόνων της τής έμειναν να την πονούν και κάτι φαντάσματα να την στοιχειώνουν τις νύχτες. Ο φόβος της, η δειλία της. Αυτά την έκλεισαν εκεί μέσα.
 Κανένας φρουρός δεν είχε μείνει στην φυλακή της Θήβας. Όλοι είχαν μαζευτεί στο παλάτι να βρουν νέο βασιλιά. Η πόλη ήταν αφύλαχτη. Ή έτσι νόμιζε. Ένας μόνο είχε μείνει σταθερός στην θέση του. Περπατούσε στον διάδρομο, όπως συνήθιζε ή όπως του είχαν μάθει να κάνει. Κουράστηκε. Σταμάτησε. Άφησε τα όπλα του σε μια γωνιά. Είχαν αρχίσει να τον βαραίνουν. Κανείς δεν ήταν εκεί να τον ελέγξει ή να του ζητήσει τον λόγο. Έμεινε σταθερός στην θέση του, γιατί του είχαν πει πως σε αυτόν τον διάδρομο της φυλακής κρύβεται ένας θησαυρός και μέσα στους τόσους στρατιώτες είχαν επιλέξει εκείνον να τον φυλάει.
 Δεν είχε πάει στο παλάτι με τους άλλους. Δεν τον ενδιέφερε η εξουσία. Εκείνος ήταν ένας απλός στρατιώτης, ένας φρουρός. Τι να την κάνει την εξουσία; Μα τι να την κάνει και την πανοπλία; Δεν του πήγαινε μήτε το στέμμα, που όλοι έτρεξαν να πάρουν, μήτε οι πανοπλίες. Μια απλή ζωή θα ήθελε να έχει κι ένα χωράφι να ζει την οικογένειά του. Να είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος. Να μην υπηρετεί κανέναν. Είχε ονειρευτεί μια κόρη. Η μορφή της ερχόταν συνεχώς στο μυαλό του. Είχε ερωτευτεί ένα όνειρο.
 Συνέχισε να περπατάει στον διάδρομο. Χωρίς όπλα. Χωρίς τον βηματισμό που του είχαν υποδείξει. Φυλούσε τα κελιά αυτού του διαδρόμου, αλλά δεν ήξερε ποιόν αγκάλιαζε το κάθε κελί. Κοίταξε στο πρώτο κελί. Ένας άντρας ρακένδυτος. Θα είχε κλέψει κάτι και βρέθηκε εδώ. Στο δεύτερο ένας άντρας ρωμαλέος. «Φόνος» ήταν η λέξη που του ήρθε στο μυαλό όταν ο άντρας τον κοίταξε στα μάτια. Σταμάτησε να κάνει τον εξερευνητή και συνέχισε αδιάφορα.
 Μια μουσική έφτασε στ’ αυτιά του. Έμοιαζε να ερχόταν από άλλη εποχή. Το πέρασμα του στους αιώνες δεν άφηνε να ακουστεί καθαρά ο αοιδός. Μπορούσε, όμως, να καταλάβει τι έλεγε. «Μα γιατί το τραγούδι να’ ναι λυπητερό;» άκουσε και αναρωτήθηκε και ο ίδιος. Η μουσική τον συνεπήρε. Δεν ήταν άρπα αυτό που άκουγε. Τι να ήταν άραγε; Μια δύναμη τον έσπρωχνε στο βάθος του διαδρόμου στο τελευταίο κελί. Από κει άκουσε μια όμορφη γυναικεία φωνήνα μοιρολογεί. Κοντοστάθηκε μπροστά στο κελί. Τόσο καιρό δεν ήξερε ότι υπήρχε και μια γυναίκα στην φυλακή.
 Ήταν όμορφη. Δεν έβλεπε το πρόσωπό της, μα ήξερε πως ήταν όμορφη. Χρυσά μακριά μαλλιά λιτά να σκεπάζουν την πλάτη της. Άρμοζε η θωριά της σε Θηβαία βασιλοπούλα. Κι όταν γύρισε να τον κοιτάξει, ένα βέλος καρφώθηκε στην καρδιά του και «φέγγει από μέσα η φυλακή» είπε ο ραψωδός. Ήταν αυτή που έβλεπε στα όνειρά του. Αυτήν του είχε τάξει ο θεός Έρωτας, που τώρα στεκόταν πίσω του και σιγουρευόταν πως είχε πετύχει τον στόχο του. Το όνειρο που είχε ερωτευτεί πήρε σάρκα και ζωντάνευε τώρα μπροστά του. Μπορούσε να το πραγματοποιήσει. Μα ήταν κλειδωμένη στο κελί.
 Έσφιξε τα κλειδιά στα χέρια του. Από την μία οι εντολές του βασιλιά του και από την άλλη ο θεός Έρωτας που πρόσταζε την καρδιά του να ξεχυθεί στην αγάπη αυτής της γυναίκας. Τι να έκανε; Τι δίλλημα ήταν αυτό που τον πολιορκούσε; Από την μια η λογική να στέκεται βράχος στην θέση της και από την άλλη η καρδιά του να ξεσκίζει το στήθος του. Ψέλλισε με τον αοιδό που τώρα άκουγε καθαρά «Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό».
 Άνοιξε το κελί της. Η κόρη έσπευσε να κρυφτεί σε μια γωνιά. Μα εκείνος την σταμάτησε.
-Στάσου. Μην φοβάσαι. Δεν θα σου κάνω κακό.
-Ποίος είσαι; ρώτησε κείνη.
-Ένας ακόμα φρουρός αυτής της φυλακής που, αν τον αφήσεις, θα γίνει πιστός συνοδός σου και φύλακας άγγελός σου. Εσύ ποία είσαι;
-Μια κατασπαραγμένη από τις Μοίρες κόρη που θρηνεί τον άδικο χαμό της οικογένειάς της.
-Γιατί είσαι εδώ, δύσμοιρη;
-Για κάτι που δεν έκανα. Για λόγους που δεν κατάλαβα. Είμαι εδώ από χτες και δεν θα μπορέσω ποτέ να βγω.
-Αν είσαι αθώα, θα αφεθείς ελεύθερη. Αν, όμως, ξέρεις ότι έχεις αδικήσει κάποιον, τότε πρέπει να δεχτείς την τιμωρία σου. Ο βασιλιάς μας ήξερε να κρίνει. Και ο νέος που θα πάρει τον θρόνο ίσως να σ’ ελευθερώσει.
-Μόνο ο Κρέοντας μπορούσε να μ’ ελευθερώσει. Μα έφυγε, χωρίς να δώσει εντολή. Ξεχάστηκα σε μια μέρα από την πόλη και από τους δικούς μου ανθρώπους. Η Μοίρα μου έγραψε να πεθάνω εδώ ανύπαντρη και άκλαυτη, σαν την πολυαγαπημένη μου αδερφούλα.
-Τι έπαθε η αδερφή σου και ποία ήταν;
-Όπως η πεταλούδα βουτά και χάνεται μες τα στάχια, έτσι βούτηξε κι εκείνη ζωντανή στον Άδη. Αντιγόνη ήταν το όνομά της. Ναι, είμαι γόνος των Λαβδακιδών. Τα κρίματά μου τα ξέρεις. Ξέρεις τι πληρώνω στους θεούς. Τώρα έμαθες και ποια είμαι. Ναι. Είμαι η Ισμήνη.
 Ο φρουρός τα έχασε. Είχε μπροστά του την τελευταία βασιλοπούλα. Ήξερε πως την είχε φυλακίσει ο βασιλιάς Κρέων χτες. Αυτό που δεν γνώριζε ήταν πως ο θησαυρός που του είχαν πει να φυλάει ήταν αυτή η γυναίκα που είχε μπροστά του. Είχε ερωτευτεί την βασιλοπούλα. Κι αν τον τράβηξε κοντά της το μοιρολόι της, τώρα τον κρατούσε η τόλμη της να πει ποια είναι και να παραδεχτεί τα αμαρτήματα των προγόνων της. Ίσως κάποιος άλλος φρουρός, αν μάθαινε την αλήθεια γι’ αυτήν, να την σκότωνε, για να γλιτώσει η Θήβα από τη δυστυχία. Εκείνος, όμως, δεν θα το έκανε. Την είχε ερωτευτεί.
 Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του. Ίσως κάποιος να του το είχε πει πως όποιος πάρει το στέμμα και τον θρόνο, θα πάρει και την τελευταία βασιλοπούλα. Η σκέψη του τον τάραξε. Κάποιος φιλόδοξος, υπερόπτης θα ερχόταν να του κλέψει το όνειρο. Δεν θα τον άφηνε. Δεν ήθελε να βασιλέψει. Θα έπαιρνε το όνειρό του και θα έφευγε από την Θήβα. Θα ζούσε όλα του τα όνειρα ελεύθερος. Και η μόνη φυλακή του θα ήταν η αγκαλιά της.
-Ισμήνη, κόρη των Λαβδακιδών, σε λίγο η πόλη θα διαλέξει άλλων βασιλιά και η ζωή σου θα είναι στα χέρια του. Θα πρέπει να σε παραδώσω σε κείνον, μα δεν το θέλω και η καρδιά μου δεν θα με αφήσει να σε δώσω. Ισμήνη, μην μείνεις εδώ να περιμένεις τον θάνατο. Έλα μαζί μου και σου υπόσχομαι να ζήσεις ελεύθερη.
-Μου ζητάς να το σκάσω μαζί σου. Μα πώς ξέρω πού θα καταλήξω εάν έρθω μαζί σου; Πώς ξέρω ότι θα είμαι ασφαλής; Πώς ξέρω ότι υπάρχεις και ότι δεν είσαι κάποιος νεκρός που έστειλε η αδερφή μου να με στοιχειώσει; Χτες το βράδυ εκείνη ντυμένη νύφη με τον Αίμωνα ήρθαν στο κελί μου. Τώρα εσύ. Δεν ήξερα πως τα φαντάσματα εμφανίζονται και την μέρα.
-Δεν είμαι φάντασμα. Άγγιξε με να σιγουρευτείς. Βάλε το χέρι σου εδώ που είναι η καρδιά μου να δεις αν χτυπάει. Κι αν χτυπάει, είναι για σένα.
-Και η δικιά μου όταν σ’ αντίκρισα χτύπησε πιο δυνατά. Αυτά είναι παιχνίδια του θεού κι εγώ πλέον φοβάμαι τους θεούς.
-Δεν υπάρχει τίποτα να φοβάσαι όσο θα είσαι δίπλα μου.
-Εσύ, όμως, θα φοβηθείς πολλά όσα θα είσαι στο πλάι μου. Όσοι ήταν κοντά μου, χάθηκαν νωρίς.
-Γλυκός κι ο θάνατος αν είναι να σ’ έχω στην αγκαλιά μου έστω για λίγο.
-Πεισματάρης είσαι και θα το μετανιώσεις στην πορεία. Δεν αφήνουν έτσι ανθρώπους σαν εσένα οι θεοί.
-Δεν φοβάμαι τους θεούς. Αφού θεός μ’ έμαθε να σ’ αγαπάω.
-Μην μιλάς έτσι. Θα σ’ ακούσουν και θα σε τιμωρήσουν.
-Δέχομαι την όποια τιμωρία και δέχομαι να πληρώσω το όποιο κρίμα. Δέχομαι να σηκώσω όλες τις αμαρτίες των Λαβδακιδών. Κι αν την επόμενη μέρα με βρουν όλες οι συμφορές της οικογένειάς σου και με πνίξουν, δεν με πειράζει καθόλου. Με τύφλωσε ο Έρωτας και δεν θα τις δω.
-Είσαι γενναίος και οι θεοί θα σε ανταμείψουν γι’ αυτό, αν το χρησιμοποιήσεις σωστά. Μα εγώ δεν είμαι σαν εσένα. Εγώ είμαι δειλή. Δεν βοήθησα την Αντιγόνη να θάψει τον νεκρό αδερφό μας. Δεν στάθηκα αντάξια της καλής γενιάς μου. Και τώρα ακόμη φοβάμαι. Φοβάμαι ν’ αγαπήσω εσένα.
-Ξεπέρασε τους φόβους σου και με το ίδιο θάρρος που μου είπες πριν ποια είσαι πες μου και τώρα ότι θα με ακολουθήσεις. Μην διστάζεις. Μην φοβάσαι. Ακόμη κι αν όλοι οι ξακουστοί θεοί μας εγκαταλείψουν, υπάρχει ένας ακόμα. Ο άγνωστος θεός. Αυτός δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ. Πίστεψε σ’ αυτό το σκίρτημα της καρδιάς μας και δώσε μου το χέρι σου, Ισμήνη.

 Άπλωσε το χέρι του προς το μέρος της. Η φλόγα στα μάτια του έδινε μια λάμψη σε όλον τον χώρο και το γκρίζο χρώμα της φυλακής είχε γίνει αόρατο στα μάτια της που δεν ξεκολλούσαν από τα δικά του. Ο ανθρώπινος νόμος έλεγε να μείνει φυλακισμένη. Η καρδιά της, όμως, χτυπούσε πολύ δυνατά για να μπορεί να τον ακούσει. Και τώρα της φαινόταν πως οι θεοί έγραφαν ένα νόμο μόνο για εκείνην και τον αγαπημένο της. Είδε ξανά την Αντιγόνη να της χαμογελάει αυτήν την φορά. Το χέρι της μέσα στο δικό του και η μουσική που ταξίδευε στους αιώνες τους έδεσε σε μια αγκαλιά και τους πήρε μαζί της. Η Ισμήνη, η κόρη του Οιδίποδα και της Ιοκάστης, με τα τόσα αμαρτήματα στην πλάτη της, που την φυλάκισε ο Κρέοντας, για να την τιμωρήσει, αυτή η Ισμήνη ήταν πλέον ελεύθερη κι ευτυχισμένη.

                                                                                          ΑΝΤΩΝΙΑ ΓΚΡΕΜΗ ΛΙΑΔΗ,